«Τα καταλαβαίνω, αλλά όταν πρέπει να μιλήσω… κολλάω.»
Αν μαθαίνεις Γερμανικά, είναι πολύ πιθανό να έχεις πει αυτή τη φράση τουλάχιστον μίαφορά. Μπορεί να γνωρίζεις τη γραμματική, να καταλαβαίνεις αρκετά όταν διαβάζεις ή ακούς, αλλά τη στιγμή που πρέπει να σχηματίσεις μια πρόταση, ξαφνικά αρχίζεις να σκέφτεσαι:
Ήταν der ή den; Πού μπαίνει το ρήμα; Το είπα σωστά;
Και τελικά… δεν λες τίποτα.
Αυτό δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο. Το άγχος κατά την επικοινωνία σε μια ξένη γλώσσα αποτελεί ένα από τα πιο μελετημένα φαινόμενα στην έρευνα για την εκμάθηση δεύτερων γλωσσών. Έρευνες δείχνουν ότι όσο αυξάνεται το γλωσσικό άγχος, τόσο μπορεί να μειώνεται η διάθεση του μαθητή να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα στην πράξη.
Και αυτό είναι, για μένα, ένα από τα πιο σημαντικά σημεία της εκμάθησης μιας γλώσσας:
Δεν χρειάζεται να περιμένεις μέχρι να είσαι «έτοιμος» για να αρχίσεις να μιλάς.
Η επικοινωνία δεν είναι το τελικό στάδιο της μάθησης. Είναι μέρος της ίδιας της μαθησιακής διαδικασίας.
Γιατί οι ενήλικες φοβούνται περισσότερο από τα παιδιά
Κάτι που παρατηρώ συνέχεια στη δουλειά μου: ένα παιδί δοκιμάζει μια λέξη, την λέει λάθος, γελάει, τη ξαναλέει και προχωράει. Ένας ενήλικας συχνά δεν κάνει τίποτα από αυτά — μένει σιωπηλός, ή μιλάει μόνο όταν είναι σίγουρος ότι θα τα πει σωστά.
Δεν είναι τυχαίο. Ένας ενήλικας που μαθαίνει Γερμανικά είναι συνήθως κάποιος που στη μητρική του γλώσσα είναι ήδη ικανός, ίσως και αναγνωρισμένος — έχει ένα επάγγελμα, μια φωνή, μια εικόνα για το ποιος είναι. Τη στιγμή που ανοίγει το στόμα του στα Γερμανικά και βγαίνει μια πρόταση σαν του παιδιού της τρίτης δημοτικού, νιώθει μια απόσταση ανάμεσα στο ποιος ξέρει ότι είναι και στο πώς ακούγεται. Αυτή η απόσταση πονάει, και το άγχος πολλές φορές δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο φόβος αυτής της απόστασης — ο φόβος να φανείς λιγότερο ικανός απ’ όσο πραγματικά είσαι.
Τα παιδιά δεν έχουν ακόμα χτίσει αυτή την εικόνα με τον ίδιο τρόπο, οπότε δεν έχουν και τόσα πολλά να «χάσουν» όταν κάνουν λάθος. Οι ενήλικες έχουν. Και αυτό είναι κάτι που ένας καλός καθηγητής πρέπει να το ξέρει και να το σέβεται — όχι να το αγνοεί σαν να ήταν απλώς «ντροπαλότητα».
Όταν το άγχος δεν είναι μόνο γλωσσικό
Έχω διδάξει Γερμανικά και σε πρόσφυγες, και εκεί το άγχος της ομιλίας παίρνει μια εντελώς άλλη διάσταση. Δεν είναι απλώς ο φόβος του λάθους άρθρου. Είναι το άγχος μιας εξέτασης που θα κρίνει αν θα μείνεις στη χώρα. Είναι μια τηλεφωνική κλήση στην υπηρεσία αλλοδαπών όπου κάθε λέξη μπορεί να έχει πραγματικές συνέπειες. Είναι το να προσπαθείς να εξηγήσεις κάτι σοβαρό — μια αρρώστια, ένα πρόβλημα, μια ανάγκη — σε μια γλώσσα που ακόμα δεν σου ανήκει πλήρως.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, το «μην φοβάσαι να κάνεις λάθη» δεν αρκεί από μόνο του. Χρειάζεται κάτι παραπάνω: χρόνος, υπομονή, και η σιγουριά ότι ο άνθρωπος απέναντί σου θα περιμένει όσο χρειάζεται για να βρεις τη λέξη — χωρίς να σε κοιτάει σαν να χάνεις τον χρόνο του. Έχω δει ανθρώπους να ανοίγονται εντελώς διαφορετικά μόλις ένιωσαν αυτή τη σιγουριά. Και έχω δει το αντίθετο — ανθρώπους να κλείνονται ακόμα περισσότερο, όταν ένιωσαν ότι κρίνονταν.
Το λάθος δεν είναι αποτυχία
Όταν μιλάς μια νέα γλώσσα, θα χρησιμοποιήσεις λάθος άρθρο. Θα μπερδέψεις τον Akkusativ με τον Dativ. Θα ψάξεις μια λέξη και κάποια πρόταση θα ακουστεί λίγο… ελληνική στα Γερμανικά.
Και αυτό είναι εντάξει.
Το σημαντικό είναι να μπορείς σταδιακά να παρατηρείς τα λάθη σου, να καταλαβαίνειςγιατί έγιναν και να δοκιμάζεις ξανά. Ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο ένας εκπαιδευτικός διορθώνει τα λάθη, ο χρόνος που δίνει στον μαθητή για να απαντήσει και το κλίμα που δημιουργεί στο μάθημα μπορούν να επηρεάσουν την προθυμία του μαθητή να μιλήσει.
Γι’ αυτό θεωρώ σημαντικό το μάθημα να είναι ένας χώρος όπου μπορείς να δοκιμάζεις τη γλώσσα χωρίς διαρκή φόβο αξιολόγησης.
Τι μπορείς να κάνεις πρακτικά
Το άγχος δεν εξαφανίζεται επειδή το σκεφτήκαμε λίγο πιο φιλοσοφικά. Χρειάζεται και κάτι πιο πρακτικό. Μερικά πράγματα που βοηθάνε πραγματικά, και που στηρίζονται και στην έρευνα γύρω από το θέμα:
Ξεκίνα από καταστάσεις χαμηλού ρίσκου. Δεν χρειάζεται η πρώτη σου προφορική «δοκιμή» να είναι μια σοβαρή συζήτηση στη δουλειά. Μια παραγγελία σε καφετέρια, μια σύντομη ερώτηση σε έναν γείτονα, μια φράση σε ένα μαγαζί — καταστάσεις όπου, ακόμα κι αν κάτι πάει στραβά, δεν έχει μεγάλη σημασία. Η έρευνα γύρω από τη διάθεση για επικοινωνία δείχνει ότι η προθυμία να μιλήσουμε αυξάνεται σταδιακά, μέσα από τέτοιες μικρές, ασφαλείς εμπειρίες — δεν εμφανίζεται απλώς μια μέρα από το πουθενά.
Ετοιμάσου, αλλά όχι υπερβολικά. Το να ξέρεις μερικές φράσεις-κλειδιά πριν από ένα τηλεφώνημα ή ένα ραντεβού μειώνει πραγματικά το άγχος — δεν χρειάζεται όμως να έχεις γράψει ολόκληρο σενάριο. Η υπερβολική προετοιμασία συχνά κάνει το αντίθετο απ’ ό,τι θέλουμε: σε κάνει να περιμένεις την «τέλεια» στιγμή αντί να μιλήσεις.
Άλλαξε τι προσέχεις την ώρα που μιλάς. Αντί να παρακολουθείς τον εαυτό σου («το είπα σωστά; με κοιτάει περίεργα;»), προσπάθησε να εστιάσεις στο τι θέλει να σου πει ο άλλος. Αυτή η μικρή μετατόπιση προσοχής — από τον εαυτό σου στη συζήτηση — είναι κάτι που φαίνεται να μειώνει το άγχος στην πράξη, γιατί δεν αφήνει τόσο χώρο για την
εσωτερική κριτική φωνή.
Διάλεξε συνειδητά με ποιον εξασκείσαι πρώτα. Ο τρόπος που αντιδράει ο συνομιλητής σου —αν σε διορθώνει κάθε δευτερόλεπτο ή αν σε αφήνει να τελειώσεις τη σκέψη σου — επηρεάζει πραγματικά πόσο άνετα θα νιώσεις την επόμενη φορά. Δεν είναι κακό να επιλέγεις, τουλάχιστον στην αρχή, ανθρώπους ή περιβάλλοντα που σου δίνουν χώρο, καιόχι μόνο διόρθωση.
Μίλα και όταν δεν είσαι σίγουρος. Ακούγεται αντιφατικό, αλλά είναι ίσως το πιο σημαντικό: η ίδια η πράξη του να μιλήσεις, ακόμα και ατελώς, είναι αυτό που χτίζει την άνεση — όχι η αναμονή μέχρι να νιώσεις έτοιμος. Η ετοιμότητα έρχεται μετά την
εξάσκηση, όχι πριν.
Πρώτα επικοινωνούμε — και μετά γινόμαστε καλύτεροι
Φυσικά η σωστή γραμματική, το λεξιλόγιο και η προφορά έχουν σημασία. Αλλά ο στόχος τους είναι να σε βοηθήσουν να επικοινωνήσεις καλύτερα, όχι να σε εμποδίσουν να ανοίξεις το στόμα σου μέχρι να τα γνωρίζεις όλα τέλεια.
Άλλωστε, μια γλώσσα δεν μαθαίνεται μόνο στο βιβλίο. Μαθαίνεται όταν τη χρησιμοποιούμε.
Οπότε την επόμενη φορά που θα ψάχνεις το τέλειο γερμανικό Satz… πες πρώτα αυτό που μπορείς. Τα υπόλοιπα τα χτίζουμε στην πορεία.
Πηγές που στηρίζουν το άρθρο:
Papi & Khajavy (2023) — για το γλωσσικό άγχος και το πώς επηρεάζει την επικοινωνία
Lee & Chiu (2023) — για το πώς διαμορφώνεται η διάθεση των μαθητών να μιλήσουν
Zarrinabadi (2014) — για το πώς ο ρόλος του εκπαιδευτικού επηρεάζει αυτή τη διάθεση


Add a Comment